10 Αυγούστου 2020

Η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για την «bad bank»

Τους βασικούς άξονες της πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη δημιουργία μιας «κακής τράπεζας» (bad bank) παρουσιάζει η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η κεντρική τράπεζα.

Στην έκθεση σημειώνεται πως αποτελεί άμεση προτεραιότητα η αντιμετώπιση του υφιστάμενου μεγάλου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο ανάλογα με την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών, λόγω κορωνοϊού θα αυξηθεί περαιτέρω το επόμενο διάστημα.

Όπως σημειώνεται, τα υφιστάμενα διαθέσιμα εργαλεία για τη μείωσή του, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτοβουλίας του Σχήματος Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (Hellenic Asset Protection Scheme – HAPS), κινούνται ορθώς στη βελτίωση της ποιότητας των ισολογισμών των τραπεζών.

Ωστόσο, κατά την ΤτΕ καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες τόσο από τις τράπεζες όσο και από την Πολιτεία, καθώς το διαθέσιμο απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων προσδιορίζεται στο 37,3% με στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2020, η αβεβαιότητα αναφορικά με την κλιμάκωσή του στο επόμενο διάστημα είναι μεγάλη, υπάρχει περιορισμένη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίου από τις τράπεζες και αναμένεται να υπάρξει και επιδείνωση της σχέσης της αναβαλλόμενης οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης (deferred tax credit – DTC) έναντι του Δημοσίου ως ποσοστού των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει πως επεξεργάζεται συγκεκριμένη πρόταση για την υλοποίηση ενός σχήματος συνολικής διαχείρισης των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company – AMC) των ελληνικών τραπεζών.

Ειδικότερα, βάσει της πρότασης της ΤτΕ όχι μόνο δεν ανατρέπονται αλλά αντίθετα αξιοποιούνται οι υφιστάμενες υποδομές των τραπεζών, καθώς και οι συμμετοχές τρίτων μερών στους τομείς διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Επιπλέον, υποστηρίζει πως ενδεχόμενες ζημίες που σχετίζονται με το υφιστάμενο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων καλύπτονται αποκλειστικά από τις τράπεζες και όχι από τον Έλληνα φορολογούμενο, μέχρι του ελάχιστου ορίου του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και αποκλείεται οποιαδήποτε διασύνδεση του προτεινόμενου σχήματος με ενδεχόμενα σενάρια εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η πρόταση δεν αποσκοπεί απλώς σε κεφαλαιακή ελάφρυνση, αλλά και σε εκτέλεση συναλλαγών σε όρους αγοράς, με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.

Πηγή