Πάρτε μια γεύση από το νέο βιβλίο της Νικολούλη «Έρωτας Φονιάς»

456758-imagehandler-1.jpg

04-11-2016 14:05

Η Αγγελική Νικολούλη, η δημοσιογράφος που έχει εξιχνιάσει περισσότερες από 20 δολοφονίες και έχει βρει περίπου 1.600 αγνοουμένους σε όλο τον κόσμο, καθηλώνοντας το τηλεοπτικό κοινό, επιστρέφει με ένα βιβλίο που διαθέτει όλα τα συστατικά ενός γνήσιου best seller.

Λίγες ημέρες πριν από την κυκλοφορία του η ίδια σχολιάζει στο Πρώτο Θέμα: «Ο “Έρωτας Φονιάς” είναι ένα αστυνομικό θρίλερ για γερά νεύρα, απόλυτα που μόνο η ζωή ξέρει να γράφει. Μια ιστορία που την, κουβαλάω μέσα μου εδώ και χρόνια. Οι λάτρεις του αστυνομικού βιβλίου ζουν την αγωνία, το μυστήριο, τις ανατροπές και τους φόνους. Ταξιδεύουν με τους ήρωες αυτού του θρίλερ στην Αθήνα, στην Ιθάκη, στη Σαντορίνη, αλλά και στην Αυστρία, και συγκεκριμένα σε Βιέννη, Χάλστατ και Γκρατς. Σε αυτό το βιβλίο ήθελα διακαώς να θίξω ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις άνδρα – γυναίκας – παιδιών, την εξουσία που μπορεί να ασκεί ο ένας σε βάρος του άλλου και -το βασικότερο- την ψυχική και σωματική κακοποίηση γυναικών. Στη μακρόχρονη πορεία μου στο αστυνομικό ρεπορτάζ έχω ζήσει απίστευτες ιστορίες με θύματα γυναίκες που γράφονται στο σκοτάδι και μ’ έχουν συγκλονίσει. Γυναίκες που δεν αντέδρασαν στα όσα βίωναν, δεν τόλμησαν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και εγκλωβίστηκαν σε έναν λαβύρινθο από τον οποίο δεν ξέφυγαν ποτέ. Ένα βιβλίο που βασίζεται σε αληθινή ιστορία».

Απόσπασμα: Αθήνα 2015. Το σημάδι του διαβόλου

«Όταν η ώρα πήγε εξίμισι, χτύπησε το κουδούνι. Καμία απάντηση. Ξαναχτύπησε. Τίποτα. Στον τρίτο και τέταρτο χτύπο έστησε αφτί μήπως ακούσει κουβέντες ή κάποιο θόρυβο που να προδίδει κίνηση. Νέκρα. Έβγαλε από την τσέπη της γαλάζιας ρόμπας της την κάρτα και την πέρασε στη σχισμή της ηλεκτρονικής κλειδαριάς. […] Ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι ήταν πεταμένο στο χαλί και γύρω ποτήρια σπασμένα. Όταν το μάτι της έπεσε στον καναπέ, ένιωσε μια αδιόρατη ανησυχία. Μια μαύρη μικροσκοπική κιλότα από δαντέλα ήταν μπερδεμένη σε μια κόκκινη ψηλοτάκουνη γόβα, σαν να είχαν τραβηχτή απότομα από τη γυναίκα που τα φορούσε. Μια κομψή μαύρη τσάντα βρισκόταν στο πάτωμα και το περιεχόμενο της σκόρπιο. Μια ατζέντα με τηλέφωνα και σημειώσεις ανοιγμένη, απ’ όπου κάποια σελίδα είχε σκιστεί βιαστικά. Μια βούρτσα για τα μαλλιά, τσαντάκι καλλυντικών κι ένα λευκό δερμάτινο πορτοφόλι ανοιχτό. Ασυναίσθητα έσκυψε να δει τα στοιχεία της ταυτότητας που εξείχε μαζί με μερικές κάρτες. Ανήκε σε μια όμορφη μελαχρινή κοπέλα είκοσι πέντε χρόνων, γεννημένη σε νησί του Ιονίου, Τότε πρόσεξε τα κρίνα. Σχημάτιζαν έναν ολόλευκο στενό διάδρομο που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο. Τον ακολούθησε κρατώντας την αναπνοή της. Στην είσοδο του κλειστού δωματίου το ολάνθιστο στενό χαλί άλλαζε χρώμα. Κοκκίνιζε σαν αίμα από πυκνά ροδοπέταλα. Με την καρδιά να χόρευε στο στήθος της η Ελένη έσυρε τη δίφυλλη πόρτα. Κι εδώ σκοτεινά. Το φως που έφτανε από το σαλόνι έδειχνε την αναστάτωση του χώρου. Καρέκλες φωτιστικά, ανθοδοχείο και γυναικεία ρούχα, πεταμένα κάτω άτσαλα. Τα μαδημένα τριαντάφυλλα και τα κρίνα οδηγούσαν στο διπλό κρεβάτι. Τα λευκά σεντόνια είχαν γίνει δίχρωμα και τα κρίνα κατακόκκινα. Η κραυγή έσκισε το λαιμό της. Την έπνιγε αστραπιαία με την παλάμη της σφιχτά στο στόμα, πριν ακουστεί στον όροφο. Τα γόνατα της λύγισαν και στηρίχτηκε στη μισάνοιχτη πόρτα για να μην πέσει. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο γυμνό κορμί που κείτονταν, ανάσκελα στο κρεβάτι. Άναψε τρέμοντας το φως και έμεινε στήλη άλατος. Η κοπέλα ήταν φιμωμένη με τα ίδια της τα πυκνά μαλλιά.

Μαύρα, μακριά, πλεγμένα σε φαρδιά κοτσίδα, που τύλιγε χαμηλά το πρόσωπο περνώντας μέσα απ’ το στόμα της. Στο μακρύ λαιμό της ήταν περασμένο μεταλλικό περιλαίμιο και από τον κρίκο του κρεμόταν δερμάτινο λουρί. Το πλούσιο στήθος της ήταν στολισμένο με κρίνα, ποτισμένα στο αίμα από πληγή που δεν διακρίνονταν. Τα χέρια της κοπέλας πρέπει να ήταν πισθάγκωνα δεμένα. Ένα άδειο μπουκάλι σαμπάνιας, ματωμένο κι αυτό στο στόμιο, ήταν πεταμένο στην άκρη του κρεβατιού. Η Ελένη Αντωνίου έκλεισε τα μάτια για να σβήσει από μπροστά της τη φρίκη που αντίκριζε. Όταν τα άνοιξε, πρόσεξε το κόκκινο γοβάκι που κάλυπτε το ματωμένο εφηβαίο της γυναίκας. Το τακούνι δεν φαινόταν.

Η Ελένη δεν είχε λαλιά ούτε ανάσα. Πνιγόταν. Ήθελε να τρέξει, να ουρλιάξει, να τη χτυπήσει ο αέρας, να βγει από αυτό τον εφιάλτη, να εξαφανιστεί από αυτό το σκηνικό της διαστροφής. Συγκρατήθηκε και το μόνο που έκανε, δικαιώνονται τη φήμη της στο ακριβό ξενοδοχείο, ήταν να ενημερώσει διακριτικά τους υπεύθυνους για να αποφευχθεί το σκάνδαλο της ματωμένης σουίτας, Ο γιατροί που συνεργαζόταν χρόνια με τον πολυτελή χώρο έφτασε αμέσως ταυτόχρονα με τους αξιωματικούς της Ασφάλειας Αθηνών που -κλήθηκαν αθόρυβα. Έριξε μια ματιά στο θύμα και ανάσανε με ανακούφιση. “Ζει, αν και έχει χάσει πολύ αίμα. Πρέπει να τη με¬ταφέρουμε γρήγορα σε ιδιωτική κλινική για να αποφύγουμε τον ντόρο”.

Οι αστυνομικοί φόρεσαν τα ελαστικά εξεταστικά γάντια και ξεκίνησαν την έρευνα. Τα υπολείμματα της λευκής κρυσταλλικής σκόνης στο ένα από τα δύο κομοδίνα μαρτυρούσαν τα όσα είχαν προηγηθεί του σεξουαλικού εγκλήματος. “Κοκαΐνη “.Αναζήτησαν τον ένοικο της σουίτας. Άφαντος. Τίποτα δικό του δεν υπήρχε στο χώρο. Τα στοιχεία που είχε αφήσει στη ρεσεψιόν ήταν πλαστά. Ο Αλέξανδρος Μάρδας, επιχειρηματίας κάτοικοι Λονδίνου, δεν υπήρχε. Το μόνο υπαρκτό ήταν τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στον τόπο τον βασανισμού και “μίλησαν” στα εγκληματολογικά εργαστήρια. Οι αξιωματικοί που τα “διάβασαν” πάγωσαν και σήμαναν συναγερμό στην ΕΛ.ΑΣ.».



ΠΗΓΗ : Gossip-tv.gr




loading...