25 Οκτωβρίου 2021

Ο Τσίπρας δείχνει τα «δόντια» του – Η τακτική της ολομέτωπης επίθεσης και το εμπόδιο

Αποφασισμένος να συγκρουστεί μετωπικά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, απαντώντας επιθετικά στις «προκλήσεις» που του απευθύνει, εμφανίστηκε το Σαββατοκύριακο που πέρασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Μία στρατηγική που ναι μεν επιδεικνύει σιγουριά και ωριμότητα, ωστόσο, αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα από τους πολίτες που τον στήριξαν το 2015.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να αφήσει στην άκρη τον «ανταρτοπόλεμο» και να περάσει στη φάση του ανοιχτού «πολέμου», προσωπικά με τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τη κυβερνητική πολιτική στο σύνολο της. Αυτό ήταν το μήνυμα που θέλησε να στείλει από τη Θεσσαλονίκη – και οι συνεργάτες του πιστεύουν ότι το έκανε και με το παραπάνω.

Σε πρώτη φάση, από τη βραδιά της ομιλίας του ενώπιον των παραγωγικών φορέων της συμπρωτεύουσας, προσπάθησε να δώσει την εικόνα ότι δεν αντιπαρατίθενται απλά και μόνο δύο σχέδια για το σήμερα και το αύριο της χώρας, αλλά δύο διαφορετικοί κόσμοι. Αν και στο σύγχρονο διεθνές πολιτικό περιβάλλον οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη Συντηρητική και τη Προοδευτική παράταξη έχουν «θολώσει» -εξαιτίας της πολιτικής που εφάρμοσαν τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη τα τελευταία 20 χρόνια- ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να αναδείξει τις θεμελιώδεις διαφορές που χωρίζουν τους δύο αυτούς πολιτικούς χώρους.

Μίλησε για μία ξεκάθαρη, σκληρή ταξική πολιτική υπέρ των μεγάλων συμφερόντων και σε βάρος της μεσαίας τάξης και των εργαζόμενων από τη πλευρά της κυβέρνησης, σε όλα τα επίπεδα. Από την Υγεία, τη Παιδεία και την οικονομική πολιτική που ασκεί, μέχρι και τα νομοθετήματα που έρχονται κατ’ εντολή συγκεκριμένων συμφερόντων – όπως υποστήριξε. Ήταν άλλωστε ξεκάθαρη η απάντηση που έδωσε σε ερώτηση που του απηύθυνε το Newsbomb.gr. «Ο κ. Χατζηδάκης δεν νομοθέτησε τυχαία (σ.σ. αναφέρεται στον νέο εργασιακό νόμο). Ασκήθηκαν συγκεκριμένες πιέσεις, από εργοδοτικά λόμπι και από επιχειρηματίες που έχουν επιχειρήσεις στον τομέα αυτό», τόνισε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας ότι θα καταργήσει άμεσα τον νόμο Μητσοτάκη-Χατζηδάκη για τις εργασιακές σχέσεις και μία σειρά από άλλες νομοθετικές πράξης της Νέας Δημοκρατίας, που επιβλήθηκαν προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων.

Το δεύτερο στοιχείο που ξεχωρίζει από τη στρατηγική της ανοιχτής επίθεσης που εφαρμόζει, ήταν η προσπάθεια που κατέβαλε για να απευθυνθεί σε όσους «εξαπατήθηκαν» και θεωρούνται «δεδομένοι» από τον πρωθυπουργό, δηλαδή η μεσαία τάξη και οι συνταξιούχοι όπως είπε, μέχρι και σε όσους βιώνουν τις συνέπειες των πολιτικών του επιλογών, δηλαδή τους εργαζόμενους και τη νεολαία. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο αρχηγός του κόμματος της αξιωματικής δεν πιστεύει ότι υπάρχει χαμένο μέτωπο στις σημερινές συνθήκες που επικρατούν, καθώς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλοι πλην των επιχειρηματικών «φίλων» του Κυριάκου Μητσοτάκη, γίνονται υφίστανται αυτή τη σκληρή ταξική πολιτική για στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

Ακριβώς αυτή η εκτίμηση που επικρατεί στα ανώτατα κλιμάκια της Κουμουνδούρου, ότι δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών τίθεται σταδιακά στο περιθώριο, δίνει στον Αλέξη Τσίπρα την απαραίτητη αισιοδοξία που χρειάζεται ώστε να εμφανίζεται σίγουρος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανατρέψει τη σημερινή δημοσκοπική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας. Διότι πιστεύει ακράδαντα ότι η οργή που σιγοβράζει στα λαϊκά και μεσαία στρώματα, η οποία ακόμα δεν αποτυπώνεται στο ερώτημα «αν είχαμε αύριο εκλογές, τι θα ψηφίζατε;», θα γίνει σύντομα το κύμα που θα οδηγήσει στη νίκη του κόμματος του στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν

Μάλιστα, εμφανίζεται τόσο σίγουρος για αυτή την εξέλιξη, που αν και δεν ζητάει ο ίδιος εκλογές εν μέσω πανδημίας, «προκαλεί» τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προχωρήσει ο ίδιος σε αυτή τη κίνηση. Ήταν μία άμεση απάντηση στα όσα είπε τη περασμένη εβδομάδα, από την ίδια πόλη ο πρωθυπουργός, για τις «γαλοπούλες που βιάζονται να έρθουν τα Χριστούγεννα».

Επίσης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να περάσει απαρατήρητη η ωριμότητα που δείχνει σε σχέση με το 2015. Τα μέτρα σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης της κρίσης που προτείνει είναι κοστολογημένα και με διαθέσιμους πόρους για να υλοποιηθούν, ενώ σε κάθε ευκαιρία εμφανίζεται να έχει πλήρη επίγνωση των λαθών που έγιναν στη πρώτη κυβέρνηση του, χωρίς να διστάζει να κάνει ανοιχτή αυτοκριτική.

Σε αυτό το σημείο, δηλαδή στα λάθη και στις παραλήψεις της περιόδου 2015-2019, κρύβεται ακόμα και σήμερα το μεγάλο πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ. Παρότι πέτυχε πράγματα που δεν κατάφερε καμία κυβέρνηση τη περίοδο των μνημονίων, οι μεγάλες προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει με τον ερχομό του στην εξουσία, έφεραν και εξίσου μεγάλη απογοήτευση για όσα δεν έγιναν τότε πράξη.

Και αυτό είναι το μεγάλο εμπόδιο που καλείται να ξεπεράσει. Η αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης με τους πολίτες που τον εμπιστεύτηκαν πριν από έξι χρόνια και οι οποίοι αναρωτιούνται αν αυτές οι -όχι και τόσο μεγαλεπήβολες- υποσχέσεις που δίνει σήμερα, θα υλοποιηθούν αν αύριο βρεθεί ξανά στη κυβέρνηση.


Πηγή