Ναυτιλιακό Συνάλλαγμα και Ελληνική Οικονομία


23-02-2018 11:57

…του Εμμανουήλ Νικολαϊδη, Ναυτιλιακού Οικονομολόγου, PHD

Με αφετηρία την παραδοσιακά υψηλή συμμετοχή του ναυτιλιακού κλάδου στην εισαγωγή ναυτιλιακού συναλλάγματος στην χώρα μας, η παρούσα ανάλυση στοχεύει στην ανάλυση των πρόσφατων εισροών και της τάσης που αυτή παρουσιάζει. Οι καθαρές εισροές του Τομέα της Εμπορικής Ναυτιλίας αφορούν κυρίως το Ναυτιλιακό Συνάλλαγμα, ενώ σημαντική είναι η συνεισφορά του Τομέα στην συνολική διαμόρφωση του ΑΕΠ της χώρας.Θεωρούμε σκόπιμη την αναφορά σε συγκεκριμένους όρους οι οποίοι οριοθετούν το περιεχόμενο της ανάλυσης.

Ναυτιλιακό Συνάλλαγμα:Ορίζεται ως μέρος του συνόλου των άδηλων πόρων. Αφορά τις εισπράξεις συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, ενώ διακρίνεται από τάση υψηλής μεταβλητότητας λόγω ανυπαρξίας παραγωγικής διασύνδεσης με τις εγχώριες αλυσίδες αξίας. Προορίζεται κυρίως στην κάλυψη μέρους των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Σύνθεση του Ναυτιλιακού Συναλλάγματος:

Η σύνθεση του ναυτιλιακού συναλλάγματος αφορά:

– Εμβάσματα Ναυτικών

– Εμβάσματα Πλοιοκτητών (κάλυψη υποχρεώσεων σε τοπικό νόμισμα)

– Εισφορές σε ΝΑΤ

– Εισπράξεις Ναύλων

– Εισπράξεις Προμηθειών

– Ανεφοδιασμός – Προμήθειες (ευρύτερο ναυτιλιακό cluster)

– Επισκευές

– Ναύλοι – Εισιτήρια

Τα στοιχεία που συνθέτουν τον Λογαριασμό «Εισπράξεις – Πληρωμές από θαλάσσιες Μεταφορές» έχουν αντληθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και τους αντίστοιχους λογαριασμούς του Ισοζυγίου Πληρωμών που αφορούν στις εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές, δηλαδή το εισερχόμενο ναυτιλιακό συνάλλαγμα, προερχόμενο κυρίως από την ποντοπόρο ναυτιλία.

Αντίστοιχα, οι πληρωμές για θαλάσσιες μεταφορές περιλαμβάνουν πληρωμές για θαλάσσιες μεταφορές προσώπων, για θαλάσσιες μεταφορές αγαθών, καθώς και πληρωμές για υπηρεσίες που υποβοηθούν τις θαλάσσιες μεταφορές όπως πρακτόρευση πλοίων, ρυμούλκηση και διάσωση, ελλιμενισμός, αγκυροβόληση, φόρτωση, εκφόρτωση, συντήρηση/καθαρισμός πλοίων, κ.ά.

Η ναυτιλιακή βιομηχανία καταγράφει πληρωμές και σε διάφορους άλλους λογαριασμούς του ισοζυγίου πληρωμών (εκτός του λογαριασμού θαλάσσιων μεταφορών), οι οποίοι όμως δεν μπορούν να απομονωθούν και για τον λόγο αυτό δεν καταγράφονται χωριστά για τον κλάδο της ναυτιλίας, όπως ο λογαριασμός αγαθών (προμήθειες εφοδίων), ο λογαριασμός υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής, ο λογαριασμός ασφαλιστικών υπηρεσιών και ο λογαριασμός εισοδημάτων (μισθοδοσίες ναυτικών).

Στην συνέχεια, αναλύουμε τις επιπτώσεις των cc στην Ελληνική Οικονομία και κυρίως στον Τομέα της Εμπορικής Ναυτιλίας.

Σύντομη ιστορική αναδρομή στα capital controls

Από το δεύτερο εξάμηνο του 2014 με αποκορύφωση το πρώτο εξάμηνο του 2015 κυρίαρχο αίσθημα στην ελληνική οικονομία ήταν αυτό της αβεβαιότητας, αφού καθυστερούσε η ολοκλήρωση του δεύτερου δανειακού προγράμματος, ενώ στις 30.06.2015είχε προσδιοριστεί η λήξη της δεύτερης παράτασης μεταξύ Ελλάδας – δανειστών. Παράλληλα, η πολιτική αβεβαιότητα ενισχύθηκε από την απόφαση της κυβέρνησης για διενέργεια δημοψηφίσματος (το οποίο θεωρήθηκε προπομπός εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη).

Βασικά σημεία της περιόδου «τέλη 2014 – αρχές 2015», ήταν η εκροή τραπεζικών καταθέσεων οι οποίες μειώθηκαν από τα τέλη του 2014 έως τον Ιούνιο του 2015 κατά 38,5 δισεκατομμύρια ευρώ δηλαδή κατά 24% .Η μείωση αυτή επιτείνεται αν συνυπολογιστούν οι καταθέσεις της Γενικής Κυβέρνησης και των κατοίκων εξωτερικού, οπότε οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 47,1 δισεκατομμύρια ευρώ ή 25%. Επίσης παρατηρήθηκε φυγή καταθέσεων στο εξωτερικό ποσού 5,6 δισεκατομμύρια ευρώ και εκροές κεφαλαίων για επενδύσεις χαρτοφυλακίων εκτός Ελλάδας ποσού 7,2 δισεκατομμύρια ευρώ.Ως μηχανισμός αντίδρασης των εμπορικών τραπεζών υπήρξε ο εφοδιασμός από την ΤτΕ, ενώ πλέον η επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων φάνταζε αναπόφευκτη.

Η απεξάρτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την κεντρική τράπεζα κατά το 2014 και η αποπληρωμή της ρευστότητας του ELAκατά το 2014, εξανεμίσθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2015, αφού οι λόγοι που προαναφέρθηκαν αντέστρεψαν πλήρως την εικόνα. Σταδιακά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από τον Δεκέμβριο του 2014 αυξάνει την εξάρτησή του από το Ευρωσύστημα και καλείται να αντιμετωπίσει την φυγή καταθέσεων που σταδιακά κλιμακώνεται, μέσω της μοναδικής οδού καταφυγής, αυτή της προσφυγής στον μηχανισμό ELA. Η πολιτική εξέλιξη (δημοψήφισμα, μη ολοκλήρωση αξιολόγησης) επιφέρει σταδιακή μη αύξηση των ορίων του ELAκαι σαν επακόλουθο την επιβολή των capitalcontrols, αφού η μη επιβολή τους θα είχε σαν συνέπεια περαιτέρω τριγμούς στο τραπεζικό σύστημα. Η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος επήλθε με την αναγκαία υπογραφή του τρίτου προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής (Τρίτο Μνημόνιο) με χρηματοδότηση από την μόνη διαθέσιμη πηγή, αυτής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM).

Επιπτώσεις στην Ελληνική Οικονομία

Το ΑΕΠ στην Ελλάδα (Έκθεση Διοικητού ΤτΕ 2015) από το 2008 έως το 2013 μειώθηκε κατά 26%.Το 2014 διαπιστώθηκε ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά για τους λόγους που επισημάνθηκαν από το γ΄ τρίμηνο του 2015, η χώρα επανήλθε σε ύφεση (2015 ύφεση 0,7%).Η αλλαγή αυτή οφείλεται στις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις της αξιολόγησης,στην πολιτική αστάθεια από τα τέλη του 2014, στο δημοψήφισμα, στην επιβολή τραπεζικής αργίας, κεφαλαιακών ελέγχων αλλά και στην υιοθέτηση των νέων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στα πλαίσια της νέας συμφωνίας χρηματοδότησης.

Επίσης το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών για το 2015 έκλεισε σχεδόν ισοσκελισμένο (έλλειμμα 7,5 εκ. ευρώ) σύμφωνα με την ΤτΕ, καθώς η μείωση του κόστους των καυσίμων, η μείωση των αγορών πλοίων, η επίδραση των capitalcontrols που περιόρισαν τις εισαγωγές στο β΄ εξάμηνο του 2015 και η ανοδική πορεία των εξαγωγών και των εισπράξεων από τον τουρισμό (6%) ενίσχυσαν το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.

Αναφορικά με τις καταθέσεις, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά απέσυραν από τις τράπεζες συνολικά 41 δις ευρώ (περίπου 32δις τα νοικοκυριά, δηλαδή 24% των καταθέσεων τους και 9δις, δηλαδή 39% των καταθέσεων τους οι επιχειρήσεις) το διάστημα Νοεμβρίου 2014 έως Ιούνιο 2015.

Σαν αποτέλεσμα των κυριότερων μεγεθών, οι επιχειρήσεις που παρουσιάζουν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα, πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης του εξωτερικού και σε πηγές με μικρότερο κόστος (πολυεθνικές, ή ύπαρξη αλληλλοσυσχετίσεων με συνδεδεμένες ή συνεργαζόμενες στο εξωτερικό), ενισχύουν την θέση τους σε σχέση με τις αμιγώς εγχώριες επιχειρήσεις, άρα προσδίδεται σαφώς ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σ’ αυτές.

Περίπου 40 δισ. ήταν οι απώλειες για τον χρηματοπιστωτικό κλάδο μετά το κλείσιμο των τραπεζών. Ουσιαστικά εξανεμίστηκαν 25 δισ. για το δημόσιο από την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση.

Οι τιμές των μετοχών κατέρρευσαν και οι μικροεπενδυτές έχασαν αξίες τουλάχιστον 9 δισ. ευρώ. Για τις ανάγκες της ανακεφαλαιοποίησηςτο ελληνικό δημόσιο μέσω δανείου 6 δισ. ευρώ επιβάρυνε ισόποσα τους Έλληνες φορολογουμένους.

Οι απώλειες ρευστότητας λόγω μη συμμετοχής της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ανέρχονται σε ύψος αρκετών δις συνολικά (υπολογίζονται σε 25-30 δις), έχοντας σαν αποτέλεσμα την υστέρηση σε επενδύσεις και παροχή αναγκαίας ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα.

Επιπτώσεις των CC στο Ναυτιλιακό συνάλλαγμα

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος το ναυτιλιακό συνάλλαγμα για το έτος 2015 ανήλθε στο ποσό των 9.569,80 εκ. ευρώ, δηλαδή κάτω από 10 εκ.ευρώ λόγω των ελέγχων κεφαλαίου. Το ποσό αυτό είναι αντίστοιχο με τις τιμές του 2003, τελευταία χρονιά με εισπράξεις κάτω από 10 εκ. ευρώ. Επίσης πολύ σημαντική σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος ήταν η μείωση των συναλλαγών για αγοραπωλησίες πλοίων, καθώς λόγω των ελέγχων κεφαλαίου η διεξαγωγή σχετικών συναλλαγών έγινε εκτός του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Συγκεκριμένα το 2015 είχαμε δαπάνες για αγορές πλοίων ποσού 623,2 εκ. ευρώ, ενώ το 2014 και 2013 ανήλθαν σε 2.799,20 εκ. ευρώ και 1.962,2 εκ. ευρώ αντίστοιχα. Όσον αφορά τις πωλήσεις είχαμε για το 2015 ποσό 175,5 εκ. ευρώ, το 2014 ποσό 626 εκ. ευρώ και το 2013 αντίστοιχο ποσό 443 εκ. ευρώ.

συναλλαγμα1

Διακρίνουμε 3 περιόδους:

Α) Περίοδος διεθνούς ανάπτυξης και σώρευση ναυτιλιακού συναλλάγματος (2000-2008): η χώρα εκμεταλλεύεται την διεθνή συγκυρία αλλά και την αναπτυξιακή προοπτική στο εσωτερικό,

Β) Περίοδος κρίσης / σταθεροποίησης (παγκόσμια / εγχώρια) (2009 – 2014):η διεθνής οικονομία σταθεροποιείται μετά την πολυεπίπεδη κρίση του 2008 και την χρηματοπιστωτική επέκτασή της κρίσης σε όλο το φάσμα της οικονομίας. Η Ελλάδα συνέρχεται περιστασιακά (περίοδος 2008 – 2010) αλλά βιώνει στην συνέχεια την δική της κρίση δανεισμού, προσπαθώντας στην συνέχεια να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Το ναυτιλιακό συνάλλαγμα στο τέλος του 2014 επιδεικνύει σαφή τάση αντιστροφής της σχέσης «εισπράξεις – πληρωμές» προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.

Γ) Περίοδος εφαρμογής cc – αναζήτηση νέου επιπέδου ισορροπίας: Η Ελλάδα βιώνει πρωτόγνωρες χρηματοπιστωτικές καταστάσεις και από χώρα της ανοιχτής οικονομίας μετατρέπεται σταδιακά σε χώρα προστατευόμενης οικονομίας και περιορισμών διακίνησης κεφαλαίων. Η άμεση προσαρμογή των επιχειρήσεων (της ναυτιλίας περιλαμβανομένης) οδηγεί – ως φυσικό επακόλουθο – σε περιορισμό του εισερχόμενου συναλλάγματος και σε ιστορικά χαμηλά την συμβολή της ναυτιλίας και των μεταφορών στην ελληνική οικονομία.

Στο μεταξύ, το θετικό κλίμα (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) που αποτυπώνεται στις οικονομίες ιδιαίτερα των γειτονικών

συναλλαγμα2

χωρών (Βουλγαρία, Κύπρος) των οποίων οι οικονομίες σταθεροποιούνται με γρήγορο ρυθμό, οι ελληνικές επιχειρήσεις μεταφέρονται με μακροπρόθεσμη πλέον προοπτική και άμεση την επίπτωση σε άλλους ζωτικούς τομείς της οικονομίας (βιώσιμη απασχόληση, μόχλευση σε άλλους τομείς της οικονομίας, επενδύσεις, κατανάλωση, κλπ).

Συνολικά, εκτιμάται ότι η ελληνική ναυτιλία έχασε 3 δισ. το 2015, όπως αναλύεται στην τελευταία έκθεση νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ. Το 2014 οι καθαρές εισπράξεις υπηρεσιών διαμετακομιστικού εμπορίου της χώρας ήσαν 8,5 δισ. ευρώ, ενώ το 2015 μειώθηκαν σε 6 δισ. (-29,5% ή 1,4% του ΑΕΠ). Μάλιστα, η σύγκριση της εξέλιξης των εσόδων σε σχέση με το 2014 δεν λαμβάνει υπόψη το πώς θα εξελίσσονταν δυνητικά τα έσοδα το 2015, με βάση τους παράγοντες που τα προσδιορίζουν, εάν απουσίαζαν οι κεφαλαιακοί έλεγχοι. Για το 2015, οι εισπράξεις σύμφωνα με τους προσδιοριστικούς τους παράγοντες, χωρίς την επίδραση των κεφαλαιακών ελέγχων εκτιμάται πως θα έφταναν στα 9 δισ. ευρώ, αντί 6 δισ. ευρώ που τελικά πραγματοποιήθηκαν. Προκύπτει έτσι ότι η επίπτωση των κεφαλαιακών ελέγχων στις καθαρές εισπράξεις υπολογίζεται στο ποσό των 3,037 εκατ. ευρώ ή στο 1,7% του ΑΕΠ για το 2015.

Τάσεις και Προοπτικές

Η παραμονή των περιορισμών κίνησης κεφαλαίου για μεγάλο χρονικό διάστημα θα έχει πολύ σημαντικές αρνητικές επιδράσεις μακροχρόνια στον χρηματοοικονομικό τομέα αλλά και στον τομέα των επενδύσεων της ελληνικής οικονομίας. Η ύπαρξη τέτοιου είδους περιορισμών επιδρά αρνητικά στην επιχειρηματικότητα και επιφέρει στρεβλώσεις καθώς περιορίζει τις επιλογές των διεθνών επενδυτών. Επίσης δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι η αύξηση του επενδυτικού κινδύνου έχει ως άμεση συνέπεια και την αύξηση του κόστους κεφαλαίου, μειώνοντας έτσι τα επενδυτικά σχέδια που θα μπορούσαν να υλοποιηθούν σε κανονικές συνθήκες. Η αβεβαιότητα και η αποστροφή του κινδύνου γίνονται πιο έντονες, παρατείνοντας έτσι τον φαύλο κύκλο της ύφεσης και μειώνοντας ακόμα περισσότερο την επενδυτική δυναμική της πραγματικής ελληνικής οικονομίας.

Η κατάργηση σταδιακά των περιορισμών κεφαλαίου είναι επιτακτική ανάγκη προκειμένου η οικονομία να επανέλθει σε ρυθμούς ανάπτυξης. Για να επιτευχθεί αυτό όμως απαιτείται η διαμόρφωση ειδικών συνθηκών και συγκεκριμένο σχέδιο με σωστές συντεταγμένες. Κάθε ενέργεια και απόφαση χαλάρωσης των περιορισμών θα πρέπει να έχει σκοπό την προστασία της ρευστότητας των τραπεζών και για αυτό χρειάζεται προσεκτική μελέτη. Επομένως για να γίνει πλήρης άρση των μέτρων περιορισμού στην κίνηση κεφαλαίων θα πρέπει να επικρατήσουν στην οικονομία συνθήκες τόσο μακροοικονομικής όσο και δημοσιονομικής αλλά και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Επιπλέον θα πρέπει να επανέλθει η χαμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών τόσο στο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας όσο και στην απόκτηση ελληνικών επενδυτικών στοιχείων. Η λήψη μέτρων χαλάρωσης θα πρέπει να γίνεται σταδιακά και κάθε φορά να μελετώνται οι επιπτώσεις στη ρευστότητα των τραπεζών και την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Σημαντικό ωστόσο πλήγμα αποτελεί η τιμολογιακή πολιτική των τραπεζών στη χρήση τόσο πιστωτικών όσο και χρωστικών καρτών αλλά και στις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Το γεγονός αυτό αποτελεί αντικίνητρο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις στην χρήση εναλλακτικών μέσων πληρωμών από εκείνες με μετρητά.

Μέτρα για την αύξηση του ναυτιλιακού συναλλάγματος

Ως άμεσα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε θεσμικό κυρίως επίπεδο, ώστε το ναυτιλιακό συνάλλαγμα να επανακάμψει, προτείνονται τα ακόλουθα τρία, ως βάση όχι μόνο για την ενίσχυση των άμεσων και έμμεσων εισροών, αλλά και ως εφαλτήρια μόχλευσης του ναυτιλιακού συναλλάγματος και των εισροών προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.

– Διεύρυνση του ναυτιλιακού cluster

– Μεταφορά των καταθέσεων από ξένες τράπεζες σε ελληνικές

– Ενθάρρυνση / προσέλκυση επενδύσεων από την Ναυτιλιακή βιομηχανία στην εγχώρια ναυτιλιακή / παραναυτιλιακή βιομηχανία. Στην έννοια «ενθάρρυνση» περιλαμβάνονται φορολογικά και λοιπά θεσμικά κίνητρα προς την ναυτιλιακή βιομηχανία, καθώς και κίνητρα που αφορούν τις επενδύσεις που θα αναληφθούν σε άμεσο χρόνο.

Με τα τρία αυτά ζητήματα θα ασχοληθούμε διεξοδικά σε επόμενο άρθρο, ώστε να αποτυπωθεί συνολικά το αναπτυξιακό πλαίσιο που συνδέει άμεσα και έμμεσα την ναυτιλία με την ελληνική οικονομία στο σύνολό της.