Γιώργος Παπανδρέου: Παραλίγο να μας καταστρέψει ο Δον Κιχώτης Τσίπρας. – Το παρασκήνιο του πρώτου μνημονίου

33106.jpg

15-11-2017 0:26

Μνημόνια, Grexit, Αλέξης Τσίπρας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δημοψήφισμα, εκλογές στην Κεντροαριστερά… Ο Γιώργος Παπανδρέου έδωσε μια συνέντευξη εφ" όλης της ύλης στην εκπομπή “Ιστορίες” του ΣΚΑΪ.

Ο Γιώργος Παπανδρέου αναφέρθηκε εκτενώς σε όσα συνέβησαν κατά την είσοδο της Ελλάδας στην «εποχή» του μνημονίου, λέγοντας χαρακτηριστικά πως είχε επικοινωνήσει με τον Αντώνη Σαμαρά, ζητώντας του να το ψηφίσει, αλλά εκείνος αρνήθηκε.

Ο πρώην πρωθυπουργός μίλησε επίσης για την πρώτη απειλή για Grexit από τα χείλη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, το δημοψήφισμα που τελικά δεν έκανε, αλλά και αυτό του 2015.

Όπως είπε, ο Γιώργος Παπανδρέου: «Το ’15 αυτή η πολιτική του Δον Κιχώτη, μας έφερε 80 δισ. να πληρώνουμε παραπάνω ένα νέο πρόγραμμα, τα capitalcontrols, ύφεση και ταλαιπωρία για τον ελληνικό λαό. Αυτό το ’10 θα ήταν καταστροφή. Τότε το ’15 υπήρχε μια άλλη σιγουριά στην Ευρωζώνη, και βεβαίως γύρω από την Ελλάδα. Αλλά ήμασταν πολύ κοντά στην καταστροφή και το ’15».

Για να προσθέσει σχετικά με τις εξαγγελίες για έξοδο της χώρας από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018, πως «δεν μας βγάζει ο Τσίπρας από τα μνημόνια, αλλά οι θυσίες του ελληνικού λαού».

Αναλυτικά η συνέντευξη που έδωσε ο Γιώργος Παπανδρέου στις «Ιστορίες»

 

Οι εκλογές στην Κεντροαριστερά

Ερωτηθείς για τις εκλογές στην Κεντροαριστερά και αν έχει προτίμηση ανάμεσα στην Φώφη Γεννηματά και τον Νίκο Ανδρουλάκη, που πέρασαν στον β’ γύρο, ο Γιώργος Παπανδρέου τόνισε πως: «Θέλω να κρατήσω μια στάση απόστασης αν θέλετε, με την έννοια ότι, νομίζω όπως είπα, ο ρόλος μου μπορεί να είναι διαφορετικός, γνωρίζω πολύ καλά και τη Φώφη, έχουμε δουλέψει μαζί, και παρά το ότι αργήσαμε σε αυτήν τη διαδικασία ανασυγκρότησης, μπορούσαν προφανώς να έχουν γίνει νωρίτερα κάποια βήματα. Θεωρώ ότι έπαιξε ένα θετικό ρόλο στην διαδικασία αυτή, ένα θετικό πρόσημο, και έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει».

Υπήρχε ένα ερώτημα το οποίο τέθηκε στο ντιμπέιτ ανάμεσα στους υποψηφίους και κυκλοφορούσε μεταξύ αστείου και σοβαρού πολύ, αυτές τις μέρες, ότι, τι ψάχνετε για ηγέτη της κεντροαριστεράς; Η κεντροαριστερά έχει ηγέτη στην Ελλάδα λέγεται Αλέξης Τσίπρας.

«Μακάρι ο κ. Τσίπρας να είχε δείξει ότι είναι αριστερός. Είναι στα λόγια. Έφερε την πρώτη χρονιά σχεδόν την καταστροφή της χώρας, ακόμα ζούμε τα capital controls. Μας χρέωσε άλλα 80 δισ., τον ελληνικό λαό, όταν εμείς είχαμε κάνει το κούρεμα 100 δις. Δηλαδή μας πήγε πολύ πίσω, μετά εφάρμοσε ένα μνημόνιο πάρα πολύ σκληρό, θα μπορούσε να ήταν ένα διαφορετικό μείγμα, και από εκεί και πέρα δεν έκανε κάτι άλλο προοδευτικό, δεν είδα κάτι προοδευτικό. Δηλαδή, δυστυχώς και η ΝΔ και ο Σύριζα δεν εντοπίζουν τον πυρήνα του ελληνικού προβλήματος. Μπορεί να λένε περίαριστεροσύνης κλπ. Ο πυρήνας του ελληνικού προβλήματος είναι, θα αλλάξουμε την εξουσία; Ή θα ελέγξουμε την εξουσία; ΝΔ και Σύριζα θέλησαν απλώς να γίνουν μέρος της νομής της εξουσίας. Εμείς κοντράραμε, ακόμα και τα απλά θέματα, όπως η διαύγεια. Ήταν μια κόντρα μεγάλη απέναντι σε μια αντίληψη του πώς λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα, ένα κρατικό σύστημα. Ο Σύριζα λοιπόν, αντί να έρθει και να πει, ωραία, κι εμείς είμαστε εδώ, να κάνουμε κάποιες προοδευτικές αλλαγές, να δούμε τον πυρήνα του προβλήματος, θέλησαν ουσιαστικά να συμβιβαστούν με το κατεστημένο. Μια λέξη που έφερε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην πολιτική ζωή της χώρας το ’81».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου

Τώρα που είπατε Ανδρέας Παπανδρέου, όταν ήταν η επέτειος της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ το Σεπτέμβριο, συζητήθηκε πολύ ένα άρθρο του Αλέξη Τσίπρα, που στην πραγματικότητα διεκδικούσε την κληρονομιά του Ανδρέα. Ό,τι έκανε ο Ανδρέας το 1974, το 1981, το κάνει ο Τσίπρας σήμερα.

«Πού το κάνει; Δεν βλέπω που το κάνει ο κ. Τσίπρας. Είναι πολύ εύκολο καθένας να καπηλεύεται την ιστορία ενός, που έχει φύγει παλιότερα, και όταν είναι εν ζωή να τον χτυπάνε, διότι μην ξεχνάτε ότι αυτή η παράταξη μαζί με τη ΝΔ τον είχαν κυνηγήσει αμείλικτα τον Α. Παπανδρέου…».

Το ’89;

«Βεβαίως. Με κατηγορίες που βεβαίως δεν στέκονταν, αλλά που έδειξαν ότι, ή δεν θέλησαν ουσιαστικά να συμπορευτούν σε μία πορεία προοδευτική της χώρας. Η διεκδίκηση περισσότερο ήταν να φύγει το ΠΑΣΟΚ, να διαλύσουμε το ΠΑΣΟΚ, για να μπορούμε κι εμείς, και τότε και σήμερα…».

Το δημοψήφισμα

Σήμερα όμως αυτό που συμβαίνει, συμβαίνει γιατί ακριβώς δημιουργήθηκε ένα κενό. Δηλαδή, το ΠΑΣΟΚ, με τον τρόπο που διαχειρίστηκε τα πράγματα, δηλαδή το γεγονός της καταστροφής που ήταν επί θύραις, απογοήτευσε ένα πολύ μεγάλο μέρος του κόσμου του. Τα ποσοστά του κατέρρευσαν από το 44% στο 6% , και ακριβώς πάνω σε αυτό το κενό χτίστηκε και το σχήμα του Σύριζα το σημερινό, αλλά και η προσπάθεια του κ. Τσίπρα να εμφανιστεί ως ο ηγέτης της κεντροαριστεράς, ο νέος Α. Παπανδρέου. Άρα αν εσείς δεν είχατε αποτύχει ή δεν είχατε απογοητεύσει τον κόσμο σας, δε θα υπήρχε χώρος για κάποιον άλλο.

«Το τι σημαίνει αποτυχία είναι ένα άλλο ερώτημα, διότι πιστεύω ότι σηκώσαμε το βάρος και πετύχαμε να κρατηθεί η χώρα. Αυτό που ίσως δεν καταφέραμε είναι να πείσουμε ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού ότι αυτός είναι ο δρόμος, ότι εάν όντως όλοι συμφωνήσουν και συμβάλλουν, πολύ πιο γρήγορα θα φύγουμε από την κρίση, όπως έγινε και με τις άλλες χώρες, Κύπρο, Ιρλανδία, Πορτογαλία, που διαμόρφωσε μια συναίνεση. Φτάσαμε στο σημείο να προτείνω εγώ δημοψήφισμα, ακριβώς για να υπάρχει ο λόγος του ελληνικού λαού, και όχι ευκαιριακά όπως έγινε επί Τσίπρα».

Θα μπορούσε να είχε γίνει. Τώρα έχουν περάσει τόσα χρόνια, είναι η συζήτηση που κάνουμε αφορά τα τέλη Οκτωβρίου του 2011, δηλαδή πριν από 6 ολόκληρα χρόνια ήταν η πρότασή σας για δημοψήφισμα που τελικά δεν έγινε ποτέ. Εκ των υστέρων, έξι χρόνια κοιτώντας πίσω, μπορούσε να είχε γίνει εκείνο το δημοψήφισμα;

Κοιτώντας πίσω, αισθάνομαι ότι θα ήταν πολύ καλύτερα να είχε γίνει το δημοψήφισμα παρότι υπήρχαν πολλοί λόγοι που δεν το έκανα, διότι υπήρχε από παντού αντίδραση, και βεβαίως και μέσα στο κόμμα μου επίσης, άρα μπορεί να μην περνούσε καν στη Βουλή, που θα σήμαινε ότι θα πηγαίναμε σε εκλογές με ένα αρνητικό αποτέλεσμα, όταν εκείνη τη στιγμή είχαμε πάρει το PSI, είχαμε πάρει τη μείωση του χρέους μας κατά 100 δις και ένα νέο πρόγραμμα το οποίο θα μπορούσε να εκτελεστεί σχετικά πιο ήπια από ότι έγινε και πολύ πιο γρήγορα. Εάν είχαμε πάρει μάλιστα την εντολή, μέσω δημοψηφίσματος, και πιστεύω θα είχαμε αποφύγει την μεγάλη ταλαιπωρία των 6 αυτών ετών και πόσων ακόμα, ουσιαστικά. Άρα…

Εκ των υστέρων, και με την εμπειρία του δημοψηφίσματος που έγινε τον Ιούνιο του 2015, δεν σας φοβίζει το ενδεχόμενο που ήταν υπαρκτό ενδεχόμενο, να το χάσετε εκείνο το δημοψήφισμα αν το κάνατε; Και συνεπώς η Ελλάδα να βρισκόταν μετέωρη και ο κ. Σόιμπλε που ήδη το επιδίωκε να πει, αφού και μόνοι σας θέλετε, τί κάθεστε εδώ, γιατί δεν φεύγετε;

Αυτό ήταν ένα δίλημμα που έπρεπε να έχει ο ελληνικός λαός, ήταν το δίλημμα και της Κυβέρνησης. Το δίλημμα της Κυβέρνησης ήταν, ή εφαρμόζουμε πρόγραμμα, ή θα βρεθούμε εκτός ευρώ. Όμως δεν μπορούσαμε να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα χωρίς να υπάρχει ευρύτερη συναίνεση. Τελικά την είχαμε την ευρύτερη συναίνεση αλλά κολοβή, με την Κυβέρνηση που διαμορφώθηκε μετά. Αλλά αν είχε υπάρξει ευρύτατη συναίνεση από τον ελληνικό λαό θα είχαμε πολύ πιο γρήγορα αποτελέσματα…Θα είχαμε πει στους εταίρους μας ότι «κοιτάξτε, μη μιλάτε για Grexitκλπ» γιατί όπως θυμόσαστε…

Αν είχαν πάει καλά τα πράγματα…

Ακόμη και το ’12 και το ’13 και το ’14, τουλάχιστον το ’12-΄13 υπήρχε πολλή φημολογία πάλι για το Grexit. Ακόμη και το ’15. Αυτή η φημολογία και μόνο ήταν καταστροφική για την ελληνική οικονομία και τον ελληνικό λαό, μόνο και μόνο η φημολογία. Τις τράπεζες, τις επενδύσεις, τις ξένες επενδύσεις, τον δανεισμό, τη ρευστότητα. Όλα αυτά δηλαδή δημιούργησαν μία πάρα πολύ αρνητική εικόνα για την ελληνική οικονομία και ουσιαστικά και σοβαρές επιπτώσεις και για την ίδια την οικονομία και τον ελληνικό λαό. Αν λοιπόν είχαμε ένα θετικό αποτέλεσμα θα μπορούσαμε να πούμε στον Σόιμπλε και στον κάθε κ. Σόιμπλε «τελειώστε αυτήν την κουβέντα περί Grexit, αυτό είναι παρελθόν, η εγγύηση δεν είναι ενός πρωθυπουργού, είναι του ελληνικού λαού. Εμείς θα το κάνουμε το πρόγραμμα και βοηθήστε από εδώ και πέρα να στηρίξετε την Ελλάδα. Αν βεβαίως υπήρχε το αρνητικό αποτέλεσμα αυτό θα έπρεπε να το αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα. Ο ελληνικός λαός θα ήξερε το δίλημμα και θα είχε αποφασίσει ότι πιθανά για να μην κάνουμε το πρόγραμμα να πάμε και εκτός ευρώ. Νομίζω ότι δε θα το αποφάσιζε.

Συνεργασία με ΝΔ

Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η αναδρομή και πρέπει να ξαναγυρίσω σε αυτήν. Αλλά να τελειώσω την κουβέντα για το σήμερα. Σε όλη αυτήν την προεκλογική ας πούμε περίοδο για την ηγεσία του νέου φορέα το βασικό ερώτημα που ερχόταν και ξαναερχόταν ήταν ωραία, θα σχηματιστείτε, θα συγκροτηθείτε. Και μετά τις επόμενες εκλογές με ποιον θα πάτε; Εάν είναι πρώτο κόμμα ο κ. Μητσοτάκης και χρειάζεται τον νέο φορέα για να σχηματίσει πλειοψηφία, θα του δώσετε τη βοήθεια;

Εγώ να σας θυμίσω ότι σε όλη μου την πολιτική καριέρα ήμουν υπέρ της εθνικής συνεννόησης. Όταν ήμουν υπουργός Παιδείας προσπάθησα στα θέματα Παιδείας να προωθήσουμε διακομματική προσέγγιση. Ως υπουργός Εξωτερικών, το ίδιο. Ως πρωθυπουργός το ίδιο. Προσπάθησα να έχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση μεταξύ των κομμάτων. Όμως, η εθνική συνεννόηση έχει δύο πράγματα. Πρώτα από όλα πρέπει να υπάρξει πάνω σε μία βάση πολιτικής . Υπάρχουν κάποια αυτονόητα τα οποία πρέπει να κάνουμε σε αυτήν τη χώρα, τα οποία δεν βλέπω ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ να τα προωθούν. Αξιοκρατία. Διαφάνεια. Ο κ. Μητσοτάκης, κάνω κριτική στον κ. Μητσοτάκη γιατί στη θητεία ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης ήταν αυτός που ουσιαστικά προσπάθησε να καταργήσει τη Διαύγεια. Γιατί; Γιατί; Το ίδιο και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πού είναι λοιπόν η μεγάλη αλλαγή που θα φέρουν αυτά τα κόμματα; Να συγκρουστούν δηλαδή με ένα κατεστημένο και με έναν πυρήνα του ελληνικού προβλήματος που είναι η λειτουργία των θεσμών, οι δημοκρατικές λειτουργίες, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η λογοδοσία.

Άρα λοιπόν εγώ θεωρώ ότι εμείς πρώτα από όλα πρέπει να αναδείξουμε αυτά ως κυρίαρχα για εθνική συνεννόηση και από εκεί και πέρα δε σημαίνει ότι εθνική συνεννόηση, πρέπει να συμμετέχουμε εμείς σε μία κυβέρνηση. Για να δούμε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, τι διαφέρουν; Το Μνημόνιο ακολούθησαν, με λίγο διαφορετικό μείγμα. Για το Μνημόνιο μιλάνε. Ποιες είναι οι διαφορετικές πολιτικές;

Λέτε δηλαδή, φαντάζεστε ότι θα μπορούσαν να συγκυβερνήσουν ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ;

Αυτή δεν ήταν και μία παλαιότερα συζήτηση στο ελληνικό πολιτικό στερέωμα να υπάρχει μία οικουμενική προσέγγιση στην κρίση; Μακάρι να είχε υπάρξει. Θα είχαμε τελειώσει πολύ πιο γρήγορα. Εγώ λοιπόν θέλω να δω αυτόν τον χώρο, τον δικό μας τον προοδευτικό να έχει την αυτονομία την πολιτική, τις προτάσεις και να είναι εκείνοι που θα έρθουν σε εμάς για να μας πουν τι θα κάνουν.

Υπάρχει μία άποψη που λέει η προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είναι να φύγει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ γιατί είναι μία κακή κυβέρνηση, άρα θα κάνουμε οτιδήποτε προκειμένου να πετύχουμε αυτόν το στόχο και υπάρχει και η ακριβώς αντίθετη άποψη ότι για το ΠΑΣΟΚ ή για τον νέο φορέα η συνεργασία με τη Δεξιά είναι καταστροφική πολιτικά, άρα πρέπει να την αποφύγουμε πάση θυσία. Εσείς με ποια από τις δύο απόψεις είστε πιο κοντά;

Και με τις δύο. Δηλαδή, από τη μία μεριά θεωρώ ότι είναι πολύ αδύναμη η θέση της ΝΔ όταν βασίζεται στη λογική πρέπει να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν εμπνέει για κάτι καινούργιο. Και αυτό είναι που σε πολύ μεγάλο αριθμό του κόσμου αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι ότι η ΝΔ δε φαίνεται να έχει αλλάξει, δε φαίνεται να έχει κατανοήσει ποια ήταν τα πολύ αρνητικά φαινόμενα τα οποία έφεραν τη χώρα μέχρι εδώ. Για να μπορεί να είναι αξιόπιστη ότι θα τα αντιμετωπίσει αυτά τα θέματα. Άρα λοιπόν η ΝΔ είναι αδύναμη από αυτήν την πλευρά, από την άλλη μεριά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει φέρει τίποτα άλλο από μία πολύ κακή εκδοχή ενός τρίτου Μνημονίου, πολύ σκληρού για τον ελληνικό λαό, δε χρειαζόταν ένα τρίτο Μνημόνιο, άσχετα αν έχει και ο κ. Σαμαράς μία σημαντική ευθύνη γιατί το ’14 δεν ολοκλήρωσε το Μνημόνιο και θα μπορούσαμε να είχαμε ξεφύγει από τα Μνημόνια και να βγούμε στις αγορές. Έχει όμως μία τεράστια ευθύνη ο ΣΥΡΙΖΑ για τον τρόπο που χειρίστηκε αυτήν την υπόθεση. Και από εκεί και πέρα δε δίνει μία προοπτική άλλη για το πώς θα πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα μας.

Η έξοδος από τα μνημόνια

Ο Σόιμπλε σε μια συνέντευξη που έδωσε στην εκπομπή μας είπε για την Ελλάδα, ο εφιάλτης πέρασε. Είναι ευχάριστο να το ακούει κανείς. Το πιστεύετε;

Το πιστεύω. Έχει περάσει ο εφιάλτης. Ειδικά αν μιλάει για την περιπέτεια ενός γκρέξιτ πχ. που θα ήταν καταστροφική και μετά από όλον τον κόπο που έχει κάνει ο ελληνικός λαός, και τις θυσίες, νομίζω ότι αυτό έχει περάσει. Δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε ακόμα, ένα δύσκολο δρόμο. Και εγώ είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύω βαθιά ότι η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες. Αυτά όμως όλα απαιτούν όπως είπα προηγουμένως να φτιάξουμε ένα ευνομούμενο κράτος, ένα κράτος που λειτουργεί σωστά, αξιοποιεί σωστά τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες αλλά και τον πλούτο του ελληνικού λαού, και την περιουσία του ελληνικού λαού, και όταν μιλάμε ενάντια στον πελατειακό καπιταλισμό, όπως τον έχω περιγράψει για την Ελλάδα, είναι ουσιαστικά απέναντι στη λογική ότι ζούμε απέναντι στο νόμο του ισχυρού, τον νόμο της ζούγκλας. Γιατί σε έναν μεγάλο βαθμό αυτό έχει επικρατήσει στη χώρα μας, όποιος είχε το μέσο, όποιος είχε μεγαλύτερη δύναμη, και αυτό σήμαινε σπατάλες, διαφθορά, κακή διαχείριση των πόρων.

Αυτό που περιγράφετε είναι ένα πρόγραμμα για την επόμενη μέρα. Όμως αν είναι έτσι, ο εφιάλτης περνά, αν τον Αύγουστο, του 2018, το τρίτο μνημόνιο που είπατε ότι ήταν άχρηστο, ήταν άχρηστο αλλά εν πάση περιπτώσει θα τελειώσει τον Αύγουστο, και τότε ο κ. Τσίπρας θα μπορεί να λέει, αυτό που δεν κατάφερε η κυβέρνηση Παπανδρέου, αυτό που δεν κατάφερε η κυβέρνηση Σαμαρά, το κατάφερα εγώ, τελείωσα το μνημόνιο.

Ξεχνάει ο κ. Τσίπρας κάτι καθοριστικό. Ο κ. Τσίπρας είχε το πλεονέκτημα μιας ουσιαστικής συναίνεσης όλων των πολιτικών δυνάμεων. Δηλαδή όταν πια έφτασε στο τρίτο μνημόνιο, το οποίο δεν χρειαζότανε και είχε επιβαρύνει τον ελληνικό λαό, υπήρξε μια ευρύτατη, αν όχι πάντα εκφρασμένη με τον τρόπο, όπως ρο εκφράζω εγώ, ουσιαστικά συναίνεση, εντάξει να τελειώνουμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τα μνημόνια. Όταν εγώ ξεκίνησα, πρώτα απ’ όλα ήταν στο ξεκίνημα, αν είχε συνεχίσει η βουλή, έστω με τον Λουκά τον Παπαδήμο, αν είχε συνεχίσει η Βουλή θα είχαμε τελειώσει με τα μνημόνια. Αν τότε ο κ. Σαμαράς δεν ήθελε εκλογές, και δεν πίεζε για εκλογές αλλά ζητούσε, πραγματικά μαζί με μια τεράστια πλειοψηφία στην ελληνική Βουλή, να κάνουμε τις αλλαγές που χρειαζόμασταν, και αλλαγές που ζητά ο ελληνικός λαός εδώ και πολλά χρόνια για τη δημόσια διοίκηση, για την παιδεία, για σειρά άλλων πραγμάτων. Πιστεύω ότι θα είχαμε τελειώσει πολύ γρηγορότερα. Κατάφερε όμως, όπως είπε ο κ. Τσίπρας, να εκλεγεί εκείνη την εποχή, που πια όλες οι πολιτικές δυνάμεις είχανε υπηρετήσει, αν θέλετε, την ίδια πολιτική, του μνημονίου…

Άρα δεν μπορούσαν να του πουν όχι.

Άρα τι να του πουν όχι; Αυτό ήταν το μόνο πλεονέκτημα που έχει ο κ. Τσίπρας, και το οποίο ακολούθησε…αλλά ήταν πολύ μεγάλη ταλαιπωρία. Άρα λοιπόν δεν θα έλεγα ότι ο κ Τσίπρας είναι αυτός που μας βγάζει από τα μνημόνια, είναι οι θυσίες του ελληνικού λαού και η ευρύτερη πια, τελικά, πολιτική συναίνεση.

Το πρώτο μνημόνιο

Γυρίζοντας πίσω, φαντάζομαι το έχετε σκεφτεί πολλές φορές, εσείς, εξαντλήσατε τα περιθώρια που είχατε για να έχετε συναίνεση; Παίρνω για παράδειγμα την εμπειρία της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας. Όταν μετά από εμάς φτάσανε στην ώρα του να ζητήσουνε την ίδια βοήθεια που ζητήσαμε κι εμείς και να κάνουν το ίδιο μνημόνιο, το πολιτικό σύστημα, οι πολιτικές δυνάμεις οι βασικές είπανε, ωραία, αυτό να το αναλάβουμε όλοι μαζί, και θα κάνουμε αμέσως εκλογές ώστε ο λαός να το νομιμοποιήσει και να επιλέξει και σε ποιον θα το αναθέσει. Αν το είχαμε κάνει το 2010; Δηλαδή αν είχατε πει στον κ. Σαμαρά τότε, ψήφισε κι εσύ το μνημόνιο, και το Σεπτέμβριο θα κάνουμε εκλογές και ο ελληνικός λαός πρώτον θα νομιμοποιήσει αυτό που ψηφίσαμε, και δεύτερον θα διαλέξει την επόμενη κυβέρνηση. Μήπως θα ήταν καλύτερη λύση;

Πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς, αλλά εγώ ήμουν από αυτούς που, τους Πρωθυπουργούς που, δεν ξέρω πόσοι άλλοι το κάνανε, ακόμα και τη θέση μου έδινα, να φύγω από Πρωθυπουργός για να διαμορφωθεί μία συναίνεση.

Λέτε τον Ιούνιο του 2011.

Τον Ιούνιο του 2011. Ζήτησα από τον κ. Σαμαρά να ψηφίσει, να έχουμε πλειοψηφία 180, στη Βουλή, τότε με το πρώτο μνημόνιο. Δεν το δέχτηκε, ο ίδιος δεν το δέχτηκε, γιατί είχα επικοινωνία μαζί του. Και εκεί ήμουν πια στο δίλημμα, αν, διότι η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος, ήρθαν μετά την Ελλάδα, όχι με τις ίδιες συνθήκες. Υπήρχε μία εμπειρία, ένας χρόνος. Εμείς είχαμε τρεις μέρες πριν χρεοκοπήσουμε, τρεις μέρες. Είχαμε μία πίεση από τις αγορές, και μία αίσθηση αστάθειας. Άρα λοιπόν, εκείνη τη στιγμή, αυτό που χρειαζότανε, αν ήθελε η Αξιωματική Αντιπολίτευση να παίξει σοβαρό ρόλο, ήταν να συμφωνήσει και να πει ναι, ψηφίζουμε κι εμείς, και θα δούμε τις εκλογές, όταν πια έχει σταθεροποιηθεί η χώρα. Αλλά το να πάμε σε εκλογές εκείνη τη στιγμή, που ήμασταν κοντά σε χρεοκοπία, ή να ανακοινώσουμε ακόμα και εκλογές, όταν την επόμενη της ψηφοφορίας μας στην ελληνική Βουλή, θα ψήφιζε και η Βουλή της Γερμανίας για το αν θα έδιναν χρήματα, και πολλά άλλα κοινοβούλια. Σκεφτείτε ότι ουσιαστικά τους στέλναμε ένα μήνυμα ότι δεν πρόκειται ή ότι δεν είναι σίγουρο, το ότι αν θέλουμε ή δεν θέλουμε, και δεν είμαι σίγουρος αν ο κ. Σαμαράς θα ήθελε καν να ψηφίσει το μνημόνιο αλλά εκλογές μπορεί να ήθελε. Δεν ξέρω αν θα ήθελε, εν πάση περιπτώσει. Αυτά είναι υποθετικά σενάρια που όταν γυρίζει πίσω κανείς, μπορεί να ψάξει κανείς όλες τις πιθανές εναλλακτικές, μέσα όμως στην κρίση και την πίεση πιστεύω ότι κάναμε το καλύτερο. Εμείς, αν είχαμε ζητήσει 180 πχ. βουλευτές και δεν είχε ψηφιστεί, την επόμενη δε θα είχε ψηφιστεί στη Γερμανία, διότι θα λέγανε, εφόσον το ελληνικό Κοινοβούλιο δεν ψήφισε, δε θα ψηφίσουμε κι εμείς. Την Δευτέρα μπορεί να χρεοκοπούσαμε, και θα έλεγε ο ελληνικός λαός, κ. Παπανδρέου, εγώ σας έδωσα την πλειοψηφία στη Βουλή, να διαχειριστείτε τη χώρα και την κρίση, κι εσείς παίξατε ένα παιχνίδι με την αντιπολίτευση, και αντί να χάσετε εσείς ή ο Σαμαράς, χάνει η χώρα. Θα ήταν ανεύθυνο, από τη δικιά μου τη μεριά, να ρισκάρω να πάει η χώρα σε χρεοκοπία, παίζοντας ένα παιχνίδι δήθεν, δεν θα ήταν παιχνίδι, αλλά εν πάση περιπτώσει, παίζοντας

Πηγή: www.newsit.gr


loading...