Η ελληνική «βόμβα» χτυπάει: Σταθερή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος

743269-karotsi.jpg

07-11-2016 8:18

Την ώρα που η κυβέρνηση αναζητά ένα νέο ρυθμό αποτελεσματικότητας στα μέτωπα της διαπραγμάτευσης και των ιδιωτικοποιήσεων η απειλή της ύφεσης δεν έχει εξαλειφθεί.

Ενα εκρηκτικό μείγμα αύξησης των φόρων και μείωσης εισοδήματος που φέρνει τον κίνδυνο για ένα «νέο γύρο δημοσιονομικής λιτότητας», που θα επιτείνει την ύφεση, διαπιστώνει ανάλυση του οικονομικού ινστιτούτου Levy, το οποίο υπογραμμίζει ότι η συγκεκριμένη πορεία της ελληνικής οικονομίας μπορεί να αντιστραφεί μόνο με τόνωση της ζήτησης.

Ομως οι αυξημένες υποχρεώσεις ωθούν τους πολίτες να μειώνουν ταυτόχρονα αποταμίευση και κατανάλωση καθώς συστηματικά ένα σημαντικό τμήμα της ρευστότητας φεύγει από την αγορά.

Οι οικονομολόγοι του αμερικανικού ινστιτούτου -Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Νικηφόρος και Gennaro Zezza- στέκονται στην «οξεία αύξηση των φόρων εισοδήματος και περιουσίας», καθώς και στην «περαιτέρω μείωση συντάξεων και άλλων κοινωνικών δαπανών».

Σημειώνουν μάλιστα ότι η στρατηγική της τρόικας να αυξήσει τις καθαρές εξαγωγές για την επανεκκίνηση της οικονομίας «έχει αποτύχει», μιλώντας μεταξύ άλλων για χαμηλό αντίκτυπο της πτώσης μισθών και τιμών.

Την ίδια στιγμή και ο γερμανικός Τύπος επαναφέρει εφιαλτικά σενάρια για την οικονομία με τη Bild να υποστηρίζει πως «η ελληνική βόμβα χτυπάει», κάνοντας λόγο για επιστροφή της κρίσης και αναφορά στη συζήτηση πολιτικών σε Αθήνα και σε Βερολίνο για τέταρτο μνημόνιο. Την ίδια ώρα, μηδενική ανάπτυξη φέτος και ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 2% τον επόμενο χρόνο, αντί του 2,7% που προβλέπουν κυβέρνηση και Θεσμοί, «βλέπει» η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD).

Συγκεκριμένα η EBRD σε προβλέψεις της εκτιμά πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σημείο καμπής και αναμένεται μηδενική ανάπτυξη φέτος και ανάπτυξη 2% το 2017. Όπως προβλέπει οι επενδύσεις και η εμπιστοσύνη θα συνεχίσουν να αυξάνονται, όμως υπογραμμίζει ότι μία σειρά παραγόντων θα περιορίσει την ανάπτυξη στο 2%. Επισημαίνει τα «αγκάθια» των κόκκινων δανείων, της συνεχιζόμενης λιτότητας και των capital controls, σημειώνοντας πως αυτοί οι παράγοντες «κατά πάσα πιθανότητα θα συγκρατήσουν» την ανάπτυξη στην περιοχή του 2%, όταν η κυβέρνηση και οι Θεσμοί αναμένουν ανάπτυξη 2,7%.

Το τέλος της αποταμίευσης – Σταθερά μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημα

Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών παρουσίασε πτώση κατά 0,65% στο β’ τρίμηνο και διαμορφώθηκε στα 29,72 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurobank στο καθιερωμένο οικονομικό της δελτίο «7 Hμέρες Οικονομία».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τράπεζας, η μείωση προήλθε:

– από τη μείωση των πρωτογενών εισοδημάτων και των καθαρών κοινωνικών εισφορών και παροχών κατά 34,62 και 300,87 εκατ. αντίστοιχα.

– από την αύξηση των καθαρών λοιπών τρεχουσών μεταβιβάσεων κατά 76,73 εκατ.

– από την πτώση των τρεχόντων φόρων εισοδήματος και πλούτου κατά 35,44.

Σε ότι αφορά τις χρήσεις του διαθέσιμου εισοδήματος, η τελική καταναλωτική δαπάνη διαμορφώθηκε στα 31,84 δισ., ενώ η αποταμίευση ήταν αρνητική στα 2,13 δισ. ευρώ. Επιπρόσθετα, ο λόγος της αποταμίευσης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα, διαμορφώθηκε στο -7,16%.

Η Eurobank σημειώνει στη συνέχεια, ότι από το β’ τρίμηνο του 2009 έως το β’ τρίμηνο του 2014, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ακολούθησε καθοδική πορεία και μάλιστα, η πτώση επήλθε σε υψηλότερο ποσοστιαίο ρυθμό έναντι της τελικής καταναλωτικής δαπάνης, κάτι που δείχνει ότι τα διαθέσιμα εισοδήματα μειώθηκαν ή κατευθύνθηκαν σε υποχρεώσεις (όπως φόροι). Αυτό συνέβη γιατί:

– οι προσδοκίες που σχηματίστηκαν για τη διάρκεια της ύφεσης. Εν παραδείγματι, όταν τα νοικοκυριά αναμένουν ότι η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους θα είναι σχετικά προσωρινή τότε εξομαλύνουν την κατανάλωσή τους μέσω μείωσης του ρυθμού αποταμίευσης.

-δημογραφικοί παράγοντες όπως είναι η γήρανση του πληθυσμού. Όταν αυξάνεται το ποσοστό των ηλικιωμένων επί του συνόλου του πληθυσμού τα κίνητρα για ιδιωτική αποταμίευση μειώνονται.

– το ύψος του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Όταν η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας έχει βάθος και διάρκεια τότε το ποσοστό «φτώχειας» αυξάνεται και ως εκ τούτου τα περιθώρια για αποταμίευση μειώνονται.

– «οι καταναλωτικές συνήθειες». Το πολύ υψηλό επίπεδο ιδιωτικής κατανάλωσης των προηγούμενων ετών δύναται να δημιούργησε «συνήθειες» οι οποίες κατέστησαν λιγότερο ελαστική τη μετάβαση σε ένα νέο χαμηλότερο μονοπάτι καταναλωτικής δαπάνης.



ΠΗΓΗ : Newsbomb.gr

loading...